Σφύρα το.
…Κι ίσως, τελικά,
να μη φταίω εγώ που δεν μπορώ να σε κάνω να μ’ αγαπήσεις. Ίσως να μην μπορείς
να μ’ αγαπήσεις. Ίσως να μην μπορείς όπως θέλω. Όσο θέλω.
Μαλώνουμε
πολύ συχνά για πολύ ασήμαντα πράγματα γιατί όταν θίχτηκαν τα σημαντικά μας,
αντί να ουρλιάξουμε κάναμε σιωπή. Όταν έθιγες τα σημαντικά μου έκανα σιωπή.
Ουρλιάζουμε
για το τίποτα και σιωπούμε γι’ αυτό που μας τρώει. Ουρλιάζω κάθε μέρα μέσα μου.
Δε με αφορά
να σου μοιάσω. Δε θέλω να με νοιάζει αν περηφανεύεσαι ή ντρέπεσαι για’ μένα.
Σε ζηλεύω,
ωστόσο, για την ακλόνητη πεποίθηση που έχεις ότι όλα τα’ χεις καλά καμωμένα κι
εκείνα που δεν είναι για να καμαρώνεις, ε, μια χαρά σου τα’ χεις δικαιολογήσει,
εσύ έχεις τους λόγους σου, έχεις τα δίκια σου, έχεις τον πόνο σου σημαία να
αθωώνει και να εξαγνίζει. Εγώ τι να κάνω σημαία μου; Μια στάλα να’ χα από τη
σιγουριά σου, όχι παραπάνω, κι όλα θα ήταν
ευκολότερα.
Θα ήταν; Όλο
τέτοια σκέφτομαι. Κι αν, κι αν, κι αν…